Ο ρόλος του «κέντρου φόρτωσης» & της «ανυψωτικής ικανότητας».
Διαστάσεις ανυψωτικών μηχανημάτων.
Ηλεκτροκίνητα & χειροκίνητα παλετοφόρα: Πιο βολικά τα πρώτα, μικρότερο το κόστος των δεύτερων.
Οικονομικότερα έως και 50% τα μεταχειρισμένα περονοφόρα σε σχέση με τα καινούργια, αλλά βγάζουν μέχρι 4 ώρες δουλειάς καθημερινά.
PRO.autotriti Team
Για τους μυημένους στον χώρο των εμπορευματικών μεταφορών, ένα πράγμα είναι βέβαιο: εφοδιαστική αλυσίδα δίχως ανυψωτικά μηχανήματα (κλαρκ), δεν υφίσταται… Λογικό. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως αναφερόμαστε σε έναν ιδιαίτερα νευραλγικό τομέα που καταπιάνεται με το κομμάτι τόσο της μεταφοράς, όσο και της διανομής προϊόντων από εξωτερικές τοποθεσίες σε αποθηκευτικούς χώρους και το αντίστροφο.
Όπως ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, έτσι κι εδώ υφίστανται ορισμένοι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν πολύ σοβαρά υπόψη. Όπως, για παράδειγμα, το πού θα αξιοποιηθεί το περονοφόρο. Σε τι είδους δουλειά & σε ποιο χώρο; Με τι φορτίο; Αναλόγως τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, λοιπόν, ο εκάστοτε διαχειριστής στόλου θα κληθεί να επιλέξει το καταλληλότερο μηχάνημα για τις εργασίες του.
Ο ρόλος του «κέντρου φόρτωσης» & της «ανυψωτικής ικανότητας»
Από εκεί και πέρα, τα κριτήρια επιλογής σε πρώτη φάση είναι απλά. Κι αυτό, διότι το σωστό περονοφόρο είναι αυτό που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του ενδιαφερόμενου όσον αφορά στη χωρητικότητα, στο βάρος και στο ύψος του χώρου εργασίας. Κοινώς, το βάρος των φορτίων, το ύψος της τοποθέτησής τους και η μάζα των προϊόντων θα καθορίσουν όλες τις εξελίξεις από εδώ και στο εξής.
Έτσι, για αρχή, ξεκινάμε από το «κέντρο φόρτωσης». Δηλαδή την οριζόντια απόσταση που μεσολαβεί από το κέντρο βάρους του φορτίου μέχρι τις περόνες. Από αυτό καθορίζονται όλες οι εξελίξεις και με βάση την (αναγραφόμενη) οδηγία στο διάγραμμα του κλαρκ θα ενημερωθούμε για το βάρος που μπορεί να σηκώσει το μηχάνημα σε διαφορετικά ύψη. Για να το αποδώσουμε απλουστευμένα: αν αυξηθεί το ύψος του σημείου που θέλουμε να τοποθετήσουμε το φορτίο, τότε αντιστρόφως ανάλογα θα μειωθεί το βάρος που μπορεί να σηκώσει το κλαρκ (σ.σ. το ίδιο θα συμβεί και αν μετακινηθεί το κέντρο φορτίου ή αν π.χ. αλλάξει το μήκος των πιρουνιών).
Ακολούθως έχουμε την ανυψωτική ικανότητα. Κοινώς, το μεγαλύτερο δυνατό βάρος που μπορεί να σηκώσει με ασφάλεια ένα ανυψωτικό μηχάνημα σε ένα συγκεκριμένο ύψος. Που σημαίνει ότι αν αλλάξει είτε το κέντρο φόρτωσης είτε το ύψος τοποθέτησης του φορτίου, τότε η ανυψωτική του ικανότητα θα μεταβληθεί – αναγκάζοντας τον χειριστή να προσαρμοστεί αναλόγως, προκειμένου να μην προκληθεί αστάθεια στο μηχάνημα.
Διαστάσεις ανυψωτικών μηχανημάτων
Όσον αφορά στα μεγέθη των κλαρκ, τώρα, αυτά διαφέρουν αναλόγως την εργασία που το χρειαζόμαστε. Μέσες άκρες, πάντως, υπολόγισε πως ένα τυπικό περονοφόρο που μπορεί να ανταποκριθεί σε μια ευρεία γκάμα εργασιών, είθισται να έχει μήκος τρία μέτρα και πλάτος που εκτείνεται από 1,2 - 2,2 μ.
Αντίστοιχα, ένα περονοφόρο εξωτερικού χώρου ή ανώμαλου εδάφους ενδέχεται να έχει μήκος μεγαλύτερο των τριών μέτρων, ενώ ένα άλλο που προορίζεται για στενούς διαδρόμους μπορεί να έχει μήκος μικρότερο του 1,5 μέτρου.
Και με το ύψος; Στην προκειμένη περίπτωση, η πλειοψηφία των κλαρκ φτάνει μέχρι τα 3 ή τα 4,5 μέτρα, εντούτοις υπάρχουν και κάποια πιο εξειδικευμένα μηχανήματα που το ύψος τους μπορεί να εκτοξευτεί ακόμα και στα 17 μέτρα.
Ηλεκτροκίνητα & χειροκίνητα παλετοφόρα: Πιο βολικά τα πρώτα, μικρότερο το κόστος των δεύτερων
Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι απαιτήσεις μιας επιχείρησης είναι εκείνες που κατά κανόνα θα την καθοδηγήσουν σχετικά – με τις δυο πιο χαρακτηριστικές κατηγορίες παλετοφόρων μολαταύτα να είναι οι εξής δυο: τα χειροκίνητα & τα ηλεκτροκίνητα.
Σχετικά με τα πρώτα, αξίζει να σημειωθεί εδώ πως πρόκειται για μηχανήματα που δεν έχουν μοτέρ και τα οποία είναι απλούστερα στη χρήση & στη συντήρησή τους (απόρροια της έλλειψης ηλεκτρικών εξαρτημάτων), ενώ εξοπλίζονται με ρόδες μπροστά και στις άκρες από τις πιρούνες. Ανθεκτικά και αξιόπιστα εξάλλου, μπορούν να μεταφέρουν βαριά φορτία, δίχως να προκληθεί κάποια ζημιά (στις παλέτες), ενώ ο βασικός σχεδιασμός τους τα καθιστά ευέλικτα ως προς τα διαφορετικά είδη παλετών που υπάρχουν – και με την προϋπόθεση βεβαίως ότι συνοδεύονται από τα ανάλογων διαστάσεων «πιρούνια».
Επιπλέον, έχουν χαμηλότερο κόστος - και γι΄ αυτό το λόγο είναι αρκετά διαδεδομένα στον κλάδο των εμπορευματικών μεταφορών & των διανομών -, ωστόσο είναι σαφώς πιο επιρρεπή στην πρόκληση πιθανών τραυματισμών. Αν φορτωθούν δε κοντά στη χωρητικότητα βάρους τους (πράγμα που έτσι κι αλλιώς δεν ενδείκνυται) τότε γίνονται και πιο δυσκίνητα…
Αντίστοιχα, τα ηλεκτροκίνητα παλετοφόρα (σ.σ. γνωστά και ως «παλετοφόρα μπαταρίας», διότι από εκεί καθορίζεται η αυτονομία, η χωρητικότητα και η τάση τους), με μπαταρία είτε ιόντων λιθίου είτε μόλυβδου-οξέος είναι καταλληλότερα για αβίαστη μετακίνηση και ανύψωση, συνδυάζοντας την ηλεκτρική ενέργεια με την εξελιγμένη μηχανική.
Πιο ασφαλή – χάρη στην υποβοήθηση που παρέχουν – συναντώνται σε κάθε κατηγορία φορτίων (ελαφριά, μεσαία, βαριά), ενώ διακρίνονται από ένα πλήρες σύστημα ισχύος, το οποίο καλύπτει κάθε κλίμακα λειτουργίας: από την ανύψωση μέχρι τη μετακίνηση. Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματά τους δε, είναι ότι επιτρέπουν στον εργαζόμενο να διανύσει μεγαλύτερες αποστάσεις στη δουλειά του, πραγματοποιώντας παράλληλα λιγότερα διαλείμματα.
Το αρνητικό της υπόθεσης; Το κόστος αγοράς ενός ηλεκτροκίνητου παλετοφόρου είναι αναμενόμενα μεγαλύτερο από εκείνο ενός χειροκίνητου, ενώ σε ό,τι έχει να κάνει με τη συντήρηση οι απαιτήσεις επίσης είναι μεγαλύτερες, απόρροια των ηλεκτρικών εξαρτημάτων του.
Ολοκληρώνοντας, τα «κενά» διαστήματα λειτουργίας λόγω φόρτισης, σε συνδυασμό με το προαπαιτούμενο χρονικό διάστημα εκπαίδευσης & προσαρμογής που χρειάζεται ο χειριστής προκειμένου να μάθει να τα χρησιμοποιεί κατά το δοκούν, επίσης δε συνυπολογίζονται τα προτερήματά τους.
Έκαστο στο είδος του…
Στο δια ταύτα; Καθετί από τα παραπάνω έχει το δικό του πεδίο εφαρμογής. Που σημαίνει φυσικά πως, ενώ για τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις τα ηλεκτροκίνητα παλετοφόρα είναι πιο χρήσιμα και περισσότερο ασφαλή, αντίστοιχα στους μικρότερους χώρους τα χειροκίνητα είναι πιο λειτουργικά και περισσότερο ευέλικτα.
Πολλά, άλλωστε, καθορίζονται από τα προσαρτήματα. Αυτό, διότι τα τελευταία δεν προστίθενται αυτοβούλως - μιας και το βάρος συνδυαστικά με την παρουσία τους χωροταξικά, αναμένεται να επηρεάσει τόσο την ικανότητα ανύψωσης του παλετοφόρου, όσο και το κέντρο φόρτωσης του προϊόντος.
Οικονομικότερα έως και 50% τα μεταχειρισμένα περονοφόρα σε σχέση με τα καινούργια, αλλά βγάζουν μέχρι 4 ώρες δουλειάς καθημερινά
Καταλήγοντας, ένα δίλημμα που καλούνται συχνά να διαχειριστούν οι fleet managers εδώ, είναι το ίδιο που ισχύει σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις: προτιμότερη είναι η αγορά ενός καινούργιου μηχανήματος ή ενός μεταχειρισμένου;
Η απάντηση λοιπόν εδώ είναι η ίδια που ισχύει σε κάθε τέτοιο σενάριο. Κοινώς, το μεταχειρισμένο κλαρκ είναι πιο οικονομικό, ενώ το καινούργιο είναι πιο αποδοτικό. Που σημαίνει πως ξανά το δίλημμα θα καταλήξει στο ίδιο καίριο ερώτημα: για τι δουλειά το χρειάζεσαι;
Εφόσον, για παράδειγμα, το περονοφόρο προορίζεται για συστηματικές εργασίες, τότε θα επιλέξεις το καινούργιο που σου βγάζει περισσότερες ώρες δουλειάς και με εγγύηση που κυμαίνεται στα 1-3 χρόνια - πράγμα που σημαίνει ότι στο διάστημα αυτό δε θα χρειαστεί να καταφύγεις σε περιττές δαπάνες πάνω στο service συντήρησης ή αποκατάστασης.
Στην αντίπερα όχθη, με το μεταχειρισμένο κλαρκ επιλέγεις μια λιγότερο δαπανηρή λύση, στα όρια του 50%, ως προς το κόστος αγοράς, που την ίδια ώρα όμως, σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες, δεν είναι σε θέση να βγάζει καθημερινά πάνω από 4 ώρες δουλειάς.
Ακόμη χειρότερα μάλιστα, με το μεταχειρισμένο οφείλεις να λάβεις υπόψη σου το επίπεδο φθοράς που ενδεχομένως έχει υποστεί ή το παρατεταμένο χρονικό διάστημα που έχει παραμείνει ανενεργό, στοιχείο που ενδέχεται να αλλάξει ακόμα και τα οικονομικά δεδομένα – διότι αν το μεταχειρισμένο σού βγάλει προβλήματα, τότε ίσως να είναι προτιμότερο το καινούργιο που έχει ως ατού του την εγγύηση.